Του χρόνου θα περάσουμε καλά

Η τάση της μόδας αυτό το καλοκαίρι, είναι η ασφάλεια. Ηδη φοριέται κατά κόρον, στη Σούπερ Λιγκ. Safety first. Γράφει ο Αλέξης Σπυρόπουλος.

Ολοι βρίσκουν, ή ψάχνουν να βρουν, όχι το εξωτικό και το sexy, μόνον εκείνο που ξέρουν. Δεν βλέπω κανένα να οραματίζεται στα σύννεφα, να ευελπιστεί στα απίθανα, να πειραματίζεται στα αινίγματα τύπου Στανόεβιτς ή Χάσι, να πιστεύει σε ό,τι κάποιος/κάπου/κάποτε του είπε πως θα…και θα…και θα…

Ποιος έχει όρεξη (ανεξάρτητα από το τι βγήκε καλό και τι δεν βγήκε…) για άγνωστους Ισπανούς ή Πορτογάλους, μόνο και μόνο επειδή είναι Ισπανοπορτογάλοι; Για Γερμανούς όπως ο Ενινγκ, γερμανόφωνους όπως ο Κάναντι, Ιταλούς όπως ο Γκατούζο ή ο Καρέρα, Γάλλους όπως ο Ισμαέλ, Λατινοαμερικανούς όπως ο Πογέτ, και πάει λέγοντας. Ολοι, το πρώτο και το κύριο που θέλουν, είναι το ήσυχο κεφάλι σε αυτό που είναι η αρχή και το τέλος των πάντων σε ένα κλαμπ. Στο αγωνιστικό. Για ήσυχο κεφάλι δίχως έγνοιες, ο προπονητής είναι άλφα και ωμέγα.

Ο ΟΦΗ φυσιολογικά έκανε, από υπηρεσιακό, μόνιμο τον Νιόπλια για να μπορεί ο ιδιοκτήτης να φεύγει από το Ηράκλειο αμέριμνος κάθε φορά στην Αμερική. Ο Ατρόμητος στον οποίον ανέκαθεν ο κύριος Σπανός ήθελε να φέρνει πραγματικά καλούς προπονητές (και γι’ αυτό κατά καιρούς προσέλαβε τον Παράσχο και τον Δώνη, τον Μπάεβιτς και τον Νιόπλια, τον Γρηγορίου, τον Δέλλα, τον Αναστασίου…) τώρα πήρε τον προπονητή που στον Βόλο παρουσίασε την “ιδέα ποδοσφαίρου” η οποία εκτόξευσε τον Δουβίκα και τον Μήτογλου, ανέδειξε τον Μπάρτολο και τον Φεράρι, αναζωογόνησε τον Ουάρντα, ανάστησε τον Νίνη. Μόνον ο Αχιλλέας, σε ολόκληρο το οικοσύστημα, πηγαίνει σταθερός στον δικό του δρόμο, με τους άγνωστους Ισπανούς, δίχως παρεκκλίσεις. Ο Αχιλλέας όμως, είναι ένα είδος μονάχος. Οποιος δοκιμάσει στο ποδόσφαιρο να τον μιμηθεί, δεν θα ευτυχήσει. Θα ξεφτιλιστεί.   

Μέρες Δεκαπενταύγουστου το 2016, τότε που ο Ουζουνίδης νόμισε πως πήγε στον Ολυμπιακό, και στον Πανιώνιο μείναμε ξεκρέμαστοι λίγο προτού αρχίσει το πρωτάθλημα, όταν ο Νίκος Ζαμάνης μου είπε στο τηλέφωνο ότι θα έπαιρνε τον Μιλόεβιτς…πέταξα τη σκούφια μου. “Ναι, ρε Νικόλα! Ναι, ρε αγόρι μου!” Το ξαφνικό πρόβλημα που μας έριξε στην πρωτοφανή αγωνία, μονομιάς έγινε η λύση για να πάμε στα ακόμη καλύτερα.

Πίστευα πολύ στον πανέξυπνο Βλάνταν, από ενδιαφέρον παρακολουθούσα το πώς τα πήγαινε στη Σερβία με τη μικρή Τσούκαριτσκι και στην Κύπρο με την Ομόνοια, το ίδιο όπως παρακολουθώ τώρα τι κάνει ο γιος του, ο Νέμανια, στη Βόζντοβατς. Δεν μας διέψευσε, ο Βλάνταν. Ηταν τόσο καλός που σε μόλις ένα χρόνο, αναπόφευκτα μας τον πήρε ο Ερυθρός Αστέρας! Ούτε στο Βελιγράδι, οι άνθρωποι διαψεύστηκαν. Ισα-ίσα, με τον Βλάνταν πλούτισαν. Οι διαδοχικές καλοκαιρινές διαδρομές του μέσα από, κάθε χρόνο, τέσσερις προκριματικούς γύρους στο Τσάμπιονς Λιγκ, ήταν αριστουργήματα διαχείρισης. Οι εν συνεχεία χειμερινές πορείες του, επίσης. Νίκησαν, τη Λίβερπουλ! Τον καμαρώναμε, στη Νέα Σμύρνη.

Με τον Λουτσέσκου στον ΠΑΟΚ, θυμάμαι την ημέρα της αποχώρησής του το 2019. Μου ζητήθηκε τότε, ένα σχόλιο. Το πρώτο σχόλιό μου ακριβώς εκείνη την ημέρα ήταν “ο Λουτσέσκου θα είναι ο μεθεπόμενος προπονητής του ΠΑΟΚ”. Για μένα ποτέ δεν ήταν ερώτηση, εάν ο Λουτσέσκου θα επέστρεφε. Η μοναδική ερώτηση ήταν, πότε θα επέστρεφε. Μία νομοτέλεια της ζωής, ήρθε η στιγμή να επιβεβαιωθεί. Δεν θυμάμαι να έχω συναντήσει στην επαγγελματική ζωή μου εδώ, άλλο man-manager σαν τον Λουτσέσκου. Εντεκα να παίζουν, είκοσι πέντε να είναι χαρούμενοι. Και δεν θυμάμαι στην Ελλάδα, άλλο σταφ σαν του Λουτσέσκου. Οι τύποι δουλεύουν, δεν σπάζουν πλάκα. They mean business.

Για την ακρίβεια βέβαια, ο Λουτσέσκου δεν έγινε “ο μεθεπόμενος προπονητής του ΠΑΟΚ”. Επόμενος ήταν ο Αμπέλ, μεθεπόμενος ο Γαρσία. Αλλά κατ’ ουσίαν ο Γαρσία ήταν η ενδιάμεση γέφυρα, ανάμεσα στον επόμενο Αμπέλ και στον μεθεπόμενο Λουτσέσκου. Η γέφυρα αποδείχθηκε, εκ του αποτελέσματος, ασφαλής. Οφείλεται μεγαλόψυχη αναγνώριση, γι’ αυτό. Ας κρατηθούμε στα σύγκαλά μας, όμως. Για τον Γαρσία, μαθαίνω καλά πράγματα ακόμη και από συμμαθητές του στη σχολή προπονητών. Αλλ’ ο Γαρσία ακόμη, να το περιγράψω όσο πιο απλά γίνεται, δεν έχει τα προπονητικά φόντα του Λουτσέσκου.

Επιπλέον κάνει σφάλματα, που πρωτίστως τον ίδιο ζημιώνουν και θα τα βρει μπροστά του. Αν αύριο-μεθαύριο θελήσει ένα κλαμπ να τον προσλάβει και βάλουν μπρος το ψάξιμο της περίπτωσης, ας πούμε η Οσασούνα στην οποίαν έπαιξε κιόλας, δεν θα τον πάρουν ποτέ. Δεν θα πάρουν, προπονητή που λέει “δώσαμε πόνο” σε ιδιοκτήτη αντίπαλης ομάδας. Φαντάζεται κανείς τον Πέντρο Μαρτίνς μετά το 1-5 με την ΑΕΚ ή το 1-4 με τον Παναθηναϊκό, να λέει “δώσαμε πόνο” στον Μελισσανίδη ή στον Αλαφούζο; Τον Μάντζιο μετά το 1-0 στον πρώτο γύρο της κανονικής περιόδου με τον ΠΑΟΚ στο Χαριλάου, να λέει “δώσαμε πόνο” στον Σαββίδη;

Ο καλύτερος του χωριού μας φυσικά, ο καλύτερος απ’ όσους επέστρεψαν στο χωριό μας, εύκολα είναι ο Γιοβάνοβιτς. Είναι ο μοναδικός στο big-5 που του δίνεται η δυσεύρετη πολυτέλεια ότι μπορεί να σχεδιάσει και να ολοκληρώσει δίχως περισπασμούς ένα πλήρη κύκλο θερινής προετοιμασίας, ενόσω οι άλλοι τέσσερις Ιούλιο και Αύγουστο θα έχουν πιεστικά ευρωπαϊκά παιγνίδια επί (ελπίζω) έξι σερί εβδομάδες. Και μετέπειτα, πάλι ελπίζω, ο μοναδικός που θα μπορεί ανάμεσα στα παιγνίδια, Δευτέρα έως Παρασκευή, να περνά την ομάδα του από ένα νορμάλ προπονητικό μικροκύκλο.

Για τον Ιβάν δεν έχω καμία αμφιβολία ότι θα φτιάξει μία στέρεη βάση ποδοσφαίρου, με κριτήριο, με διακριτή ταυτότητα, με καθαρούς ρόλους, με σταθερές, με ιεραρχία. Μία ομάδα, με ρεαλιστική φιλοδοξία. Μία ομάδα, που ξέρεις τι θα δεις προτού πας να τη δεις. Οπως ήταν ο ΑΠΟΕΛ. Τότε που κατέβαινα στη Λευκωσία για τις μεταδόσεις του Τσάμπιονς Λιγκ και εύρισκα προπονητή στην Εθνική Κύπρου τον Νιόπλια και τα λέγαμε, μια φορά τον είχα ρωτήσει “άμα ο ΑΠΟΕΛ έπαιζε στη Σούπερ Λιγκ, σε ποια θέση θα τερμάτιζε;” Μου απάντησε δίχως να το σκεφτεί για περισσότερο από μισό δευτερόλεπτο “θα κονταροχτυπιόταν με τον Ολυμπιακό για την πρωτιά”.

Η πρώτη σκέψη μου, αυτή την εβδομάδα που κλείνουν η μία μετά την άλλην οι θέσεις των προπονητών στις ομάδες της Σούπερ Λιγκ, είναι ότι του χρόνου θα περάσουμε καλά! Και δεν χρειάζεται να τρελαινόμαστε, τουλάχιστον όχι…από τώρα, με τα ρόστερ και τις αγοραπωλησίες. Το γκαραντί, είναι ο προπονητής. Ο Γιοβάνοβιτς έφτασε τον ΑΠΟΕΛ στους “8” του Τσάμπιονς Λιγκ με τον (σημερινό προπονητή της ομάδας) Πουρσαϊτίδη, τον Χιώτη και τον Χαραλαμπίδη. Και με ρολίστες όπως ο Ελιο Πίντο, ο Αίλτον, ο Νούνο Μοράις. Ο Ολυμπιακός εφέτος αστόχησε στον Πεπέ, στον Τιάγκο Σίλβα, στον Ρούμπεν Βινάγκρε, στον Λαλά, στον Ραμπτσούκ, στον Ντρέγκερ, και πήρε το πρωτάθλημα με +26 πόντους.

Εκείνο που θα ήθελα αυτό το καλοκαίρι είναι, να ήμουν ατζέντης και να είχα στο πελατολόγιό μου καμιά εικοσαριά ακραίους μπακ, Ελληνες, ξένους, μικρούς, μεγάλους, ακριβούς, φτηνούς, επιθετικούς, αμυντικούς, για βασικούς, για αναπληρωματικούς. Στη Σούπερ Λιγκ, στο top-5 ιδιαίτερα, θα ξεπουλούσα!

Πηγή

Αφήστε μια απάντηση