Φως μεσ’ την μαυρίλα…

Σε μία περίοδο εσωστρέφειας για τον ΠΑΟΚ, ο Λουτσέσκου και τα «μεγάλα παιδιά» κουβάλησαν τον σύλλογο στις πλάτες τους και τον πήγαν παραπέρα. Γράφει ο Σωτήρης Μήλιος…

Χαμογελούσε! Κοιτούσε την κάμερα και χαμογελούσε! Έλαμπε. Είχε όρεξη για πλάκα και για αστεία. Για αυτούς που τον ξέρουν καλά, για αυτούς που συγχρωτίζονται μαζί του τις τελευταίες εβδομάδες, αυτό ήταν είδηση. Πρώτου μεγέθους.

Ήταν σαν να άνοιξε η βαλβίδα στο καπάκι της χύτρας ταχύτητας και να έφυγε με μιας όλη η πίεση που είχε συσσωρευτεί εδώ και καιρό. Μία ανακούφιση. Μία πολύ βαθιά ανάσα. Μία ευκαιρία για να οξυγονωθεί ο εγκέφαλος και όλα τα κύτταρα. Αυτό το βράδυ θα κοιμήθηκε σαν πουλάκι, μετά από καιρό. Μετά από πολύ καιρό.

Ακόμα κι αυτός έπρεπε να δώσει εξετάσεις. Ακόμα κι αυτός, ο πρωτεργάτης, ο αρχιτέκτονας του νταμπλ, ο στρατηγός, έπρεπε να συστηθεί από την αρχή. Να δοκιμαστεί και πάλι. Να αμφισβητηθεί. Ναι, στο ποδόσφαιρο δεν υπάρχουν αυθεντίες, αλλά η λογική έλεγε ότι θα έπρεπε να του αναγνωριστεί το δικαίωμα να λέει, να θέλει, να ζητά ότι τραβάει η όρεξη του. Κι όμως, ο Ράζβαν Λουτσέσκου έπρεπε να το ξανακερδίσει αυτό το δικαίωμα. Με νέα αποτελέσματα. Και χωρίς περιθώριο λάθους.

Η στολή που επέλεξε να φορέσει ο ΠΑΟΚ στο γραφικό Ρουγεβίτσα ήταν ασορτί με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα στο οικοσύστημα του. Κατάμαυρη με μία λευκή οριζόντια γραμμή. Μία ακτίνα φωτός, μέσα στην γενικότερη μαυρίλα. Την απαισιοδοξία, την εσωστρέφεια, την απαξίωση, την οργή,  την αβεβαιότητα, την ψύχρα.

Εδώ και λίγο καιρό γύρω από τον πλανήτη ΠΑΟΚ υπάρχει μία περίεργη οσμή, μία παράξενη αύρα. Ανάμεσα στον ποδοσφαιρικό οργανισμό του ΠΑΟΚ και τον οπαδικό του πυρήνα υπάρχει μία απόσταση, μία διάσταση, ένα συναισθηματικό χάσμα, που δεν δείχνει να γεφυρώνεται, κάτι που έχει πολυεπίπεδες αιτίες.

Μόνο η μπάλα -όπως γίνεται συνήθως- πήρε κι αυτούς που δεν ευθύνονται. Αυτοί που θα έπρεπε να εισπράττουν στήριξη, έγιναν αντικείμενο χλεύης και ειρωνείας. Που πας με τον Μπίσεσβαρ δεκάρι; Που πας με τον γυάλινο Καντουρί; Που πας με τον γερό-Βαρέλα και τον παππού Κρέσπο; Που πας με αυτόν τον τερματοφύλακα; Για αρχή, πας στους ομίλους του Conference League. Και βλέπουμε που αλλού…

Αν δούμε την μεγάλη εικόνα, ο κορμός του ΠΑΟΚ είναι γερασμένος, σε βάθος μιας απαιτητικής σεζόν με 50 παιχνίδια, οι μηχανές με τα πολλά χιλιόμετρα θα χρειαστούν συνεχόμενα σέρβις για να τα βγάλουν πέρα. 

Αν εστιάσουμε στην μικρή εικόνα, τα «γερόντια» είναι ότι πρέπει για καλοκαιρινά προκριματικά, όπου η εμπειρία, η γνώση, η συνοχή, η ποιότητα, η κλάση μετρά πολύ περισσότερο από τον ενθουσιασμό, τα νιάτα, την σπιρτάδα. 

Στην περίπτωση μας, τα μεγάλα παιδιά «τραμπούκισαν» (sic) τους πιτσιρικάδες, τους φοβέριξαν, τους έστειλαν με τα κουβαδάκια τους σε άλλη παραλία. Στην Τούμπα οι τελικές ήταν 21-5 και τα κόρνερ 17-3. Στην Κροατία, ο ΠΑΟΚ είχε δύο γκολ, τρία δοκάρια, μα το κυριότερο: δεν επέτρεψε στον αντίπαλο τελική προς την εστία του. Ο Πασχαλάκης δεν χρειάστηκε να χρησιμοποιήσει παρά ελάχιστα τα χέρια του!

Ο Λουτσέσκου ήταν ανήσυχος γιατί στο ποδόσφαιρο υπάρχει πάντα το απρόβλεπτο, το απροσδόκητο, η στραβή. Ναι, οι προσωπικότητες συνήθως επιβάλλονται στο γήπεδο, μα τα όπλα του ήταν αριθμητικά λιγοστά. Θα ήθελε περισσότερα. Πιο έγκαιρα. Δεν τα είχε. 

Συν τοις άλλοις, ήξερε ότι είχε να χάσει περισσότερα από όσα είχε να κερδίσει. Κάθε τζογαδόρος ξέρει ότι αυτό αποτελεί κακή, άβολη συνθήκη παιχνιδιού. 

Αυτή η αυγουστιάτικη περιπέτεια ήταν η ευκαιρία σε μία παρέα να νιώσει και πάλι λίγο ανέμελα. Να διώξει από πάνω της αυτή την αρνητικότητα που όπως επεσήμανε ο Ρουμάνος έχει συσσωρευτεί σαν μαύρο σύννεφο πάνω από κάθε έκφραση του κλαμπ.

Ήταν η ευκαιρία του Μπίσε να νιώσει και πάλι χρήσιμος, η ευκαιρία του Ομάρ να αισθανθεί πρωταγωνιστής, η ευκαιρία για το ζεύγος Βαρέλα-Κρέσπο να θυμηθεί τα μέλια, η ευκαιρία του Σβαμπ να νιώθει ανάλαφρος και καθοριστικός. Ακόμα και παίκτες με μικρό ρόλο ή αμφίβολο μέλλον όπως ο Εσίτι, ο Μουργκ, ο Καγκάβα όσο μπήκαν, έπαιξαν. Πρόσφεραν. Ένιωσαν. 

Αυτό το ρόστερ, όπως είναι σήμερα, έχει ταυτότητα, μα και δεδομένους περιορισμούς,. Είναι ένα σύνολο παικτών με ξεκάθαρη ατομική ποιότητα. Με καλά χτυπήματα. Με ικανότητα σε παιχνίδι μικρών χώρων. Είναι ένα σύνολο που -όπως είπε και ο Γκόραν Τόμιτς μετά το πρώτο ματς- ξέρει να… τρώει την μπάλα. Ένα σύνολο που ξέρει να τοποθετείται στο γήπεδο, ξέρει να μικραίνει τους χώρους, να κουμαντάρει το τέμπο, να χτίζει μεγάλες επιθέσεις πόδι-πόδι.

Μία ομάδα που θέλει να έχει την μπάλα στα πόδια και να ορίζει αυτή τα μέτρα που θα βρίσκεται η μπάλα. Μία ομάδα «παιγμένη». Μία ομάδα όμως «βαριά», που ξεμένει από ανάσες όσο περνάει η ώρα, μια ομάδα λίγο ντεμοντέ με το σημερινό ποδόσφαιρο, μία ομάδα που θυμίζει παλιές εποχές, όπου η τέχνη κέρδιζε το τρέξιμο.

Οι τρεις «μεσήλικες» που έρχονται (Άκπομ, Σίντκλεϊ, Μιτρίτσα) είναι δεδομένο ότι θα δώσουν περισσότερη ισορροπία σε χαρακτηριστικά, θα δημιουργήσουν περισσότερες λύσεις πρώτης γραμμής, αλλιώς δεν βγαίνει. 

Ο ΠΑΟΚ έκανε το αυτονόητο, το μίνιμουμ. Μόνο που στο ποδόσφαιρο δεν υπάρχουν αυτονόητα. Το μόνο αυτονόητο είναι πως όλοι πια παίζουν μπάλα. Και στο ποδόσφαιρο της μιας βραδιάς όλοι μπορούν να σου την κάνουν. Στους ομίλους του Conference League τρύπωσε φέτος ομάδα από το Γιβραλτάρ (Λίνκολν).

Η πρόκριση στους ομίλους φέρνει πρώτα από όλα μια βαθιά ανάσα. Φέρνει αυτοεκτίμηση, αυτοπεποίθηση, φέρνει ξανά λίγο σεβασμό. Φέρνει έξι ακόμα ευρωπαϊκά βράδια, φέρνει λεφτά, φέρνει δημοσιότητα, φώτα, φέρνει ευθύνες, απαιτήσεις, ανυπομονησία. Μπορεί να φέρει και κάνα εξτραδάκι στο αεροδρόμιο: «Μμμμμμ. I hope yes», είπε με ένα σαρδόνιο χαμόγελο προσμονής ο Ρουμάνος…

Πηγή

Αφήστε μια απάντηση